Μια κρύα μέρα.

•Μαΐου 11, 2007 • Γράψτε ένα σχόλιο

cold_day.jpg 

Μια ψυχρή φθινοπωρινή βραδιά σε μια παραλία, ξημερώματα Σαββάτου, πρώτη μέρα του Οκτώβρη. Το πρώτο μας κανονικό ραντεβού, δεν είχα φανταστεί πως θα κατέληγε στην αμμουδιά ούτε πως θα διαρκούσε πάνω από 8 ώρες. Οχτώ ώρες ? Κόντευε να ξημερώσει, γιατί δεν την φιλάς επιτέλους ?

Αλλα κρύωνα. Έφταιγε λίγο η απουσία του ήλιου, το ανεμικό πουκάμισο που ανυποψίαστος φόρεσα… και εκείνη. Τόσο όμορφη.

Θυμάμαι τα πάντα με λεπτομέρειες. Το βλέμμα, το χαμόγελο της, το φιλί που τελικά μου έδωσε πρώτη.

«Μην μελαγχολείς, και σταμάτα να μελαγχολείς κι εμένα. Δείξε αδιαφορία, η ζωή πηγαίνει μπροστά. Δεν μπορώ να σε ακούω να λες τέτοια πράγματα.»

Απέναντι μου στεκόταν η καλύτερη μου φίλη, κι εγώ έκανα φιλότιμες προσπάθειες για να βγάλω κάτι από μέσα μου. Τι άραγε ? Το φιλί το χαμόγελο της ή το κρύο ?

«Δεν μελαγχολώ, απλώς αναρωτιέμαι, τελικά τι απέμεινε ?»

Η φίλη μου με κοίταξε, τώρα το έβλεπα καθαρά, την είχα μελαγχολήσει. Προσπαθούσα να νοιώσω καλύτερα αλλά ότι είχα καταφέρει, όλα όσα της έλεγα, την είχα κάνει να νοιώθει χειρότερα.

«Δεν ξέρω Χρήστο, μακάρι να ήξερα. Αν ήξερα θα ένοιωθες καλύτερα ?»

Με ξέρει. Γνωρίζει πως δεν έχω πέσει ποτέ να πεθάνω. Οι κρίσεις που περνάω είναι παροδικές. Κάποτε είχα κάνει ένα σκίτσο. Hταν ένας άνθρωπος χωρίς πρόσωπο. Καθόταν σε ένα παγκάκι στην πλατεία μιας πόλης χωρίς παράθυρα.

Όλα γύρω του ήταν γκρι. Εκείνος τυλιγμένος στο παλτό του σκυφτός περίμενε πότε θα νοιώσει καλύτερα. Ζωγράφισα πίσω του ένα λουλούδι. Ένα κόκκινο λουλούδι. Φίλε μου, σκέφτηκα, λυπάμαι που σε έβαλα να κάθεσαι σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Λυπάμαι που σε τύλιξα σε ένα παλτό και σε παρέδωσα σ’αυτή την άσκημη πλατεία, δίχως παράθυρα τριγύρω.

Όμως σου έχω την λύση. Είναι εδώ πίσω σου, και αρκεί να σηκωθείς από το παγκάκι σου, να γυρίσεις το βλέμμα για να την δεις.

«Το κρύο Χρήστο. Το κρύο απέμεινε.»

Γύρισα προς το μέρος της, ξυπνώντας απότομα από τις σκέψεις μου. Και γέλασα. Την καημένη, πως τα κατάφερα να την στεναχωρήσω ? Το μόνο που ήθελα ήταν να βγάλω κάτι από μέσα μου. Το φιλί το χαμόγελο το κρύο. Πόσο λάθος σκέφτομαι όταν νοιώθω πληγωμένος.

«Όχι κάνεις λάθος. Δεν φταις εσύ όμως γι αυτό. Εγώ φταίω. Βλέπεις, δεν έκανε κρύο. Ήταν μια ζεστή, πολύ ζεστή φθινοπωρινή βραδιά.»

Το μισό και το μισό.

•Μαΐου 1, 2007 • 2 σχόλια

atitlo.jpg

Όταν την γνώρισα έστειλα ένα σκίτσο μου, προφασιζομενος καλλιτεχνικές ανησυχίες που –μεταξύ μας τώρα- δεν είχα. Το σκίτσο απεικόνιζε έναν άντρα να κοιτά προς τα αριστερά. Όχι με την μεγαλύτερη λεπτομέρεια που μπορεί να έχει ένα σκίτσο, και όχι με προσεγμένες στην τρίχα γραμμές.

Εκείνη το συμπλήρωσε με ένα γυναικείο πρόσωπο που κοιτούσε προς τον άντρα. Όχι με την μεγαλύτερη λεπτομέρεια που μπορεί να έχει ένα σκίτσο, αλλά με περισσότερο προσεγμένες γραμμές από το δικό μου.

Και έγιναν ένα.

Δεκαοχτώ μήνες μετά αποφάσισα πως το χαρτί φθείρεται πολύ εύκολα. Τα πρόσωπα έπρεπε να χαραχτούν βαθιά, λιγο μελάνι δεν αρκούσε. Πήρα λοιπόν δυο κομμάτια ξύλο.

Το ένα είναι αυτό που βλέπετε στην φωτογραφία. Έκαψα επάνω του ένα πιστό αντίγραφο του αρχικού άτιτλου σκίτσου. Στο δεύτερο, το οποίο δεν βλέπετε, έκανα το ίδιο ακριβώς. Μόνο που έφερα τα πρόσωπα λιγάκι πιο κοντά. Μετά έκοψα το ξύλο σε σχήμα καρδιάς. Και της το έστειλα. Χαραγμένο βαθιά. Για δεκαοχτώ ολόκληρους μήνες.

Γι αυτό αν είστε κατά διαβολική σύμπτωση φύλακας σε κάποιο δασάκι, ή απλά περαστικός με περιβαλλοντικές ανησυχίες, και δείτε κάποιον παλαβό να χαράσσει δέντρα, μην τον αποπάρετε.

Ίσως κάποιοι άλλοι να του έχουν χαράξει την καρδιά.

Κυνηγητο.

•Μαρτίου 9, 2007 • Γράψτε ένα σχόλιο

love.jpg 

Το παρακατω κειμενο δεν ειναι δικο μου. Το εγραψε μια κοπελα που καποτε αγαπησε παρα πολυ. Το παραθετω με σεβασμο για την αγαπη εκεινη.

Βαδίζω προς το μέρος σου. Ακούω βήματα πίσω μου κι αγχώνομαι. Κοιτάζω κλεφτά πάνω από τον ώμο μου όμως το σκοτάδι δε μ’ αφήνει να διακρίνω ποιος είναι. Βιάζομαι. Πόσο βιάζομαι να σε φτάσω! Κι εσύ τόσο ανυποψίαστος, εξακολουθείς σε γοργό βηματισμό την πορεία σου κοιτώντας ίσια μπροστά. Ακούω σφύριγμα και τρελαίνομαι. Ποιος με ακολουθεί γαμώτο;

Πρέπει να σε προλάβω. Στο ένα χέρι κρατώ τους μύθους μου: την πρώτη μου φορά κι ένα άσπρο άλογο που ξέρω πως ταιριάζει πολύ σ’ έναν γαλάζιο πρίγκηπα. Στο άλλο χέρι έχω περασμένο ένα βραχιόλι μα το σκοτάδι συνεχίζεται και δεν μπορώ να διακρίνω αν έχει χαραγμένα επάνω τ’ αρχικά μας.

Σε προφταίνω επιτέλους. Γυρίζεις προς το μέρος μου και χαμογελάς αφηρημένα. Καβαλάς το άλογο και χάνεσαι. Κι η πρώτη μου φορά μεταμορφώνεται σε πυγολαμπίδα και σ’ ακολουθεί πιστά. Σαν ανεκπλήρωτο παράσημο πάει και καρφώνεται στον αριστερό σου ώμο για να βρίσκεται όσο πιο κοντά γίνεται στην καρδιά σου.Κοντοστέκομαι. Τα βήματα τώρα ακούγονται ακριβώς πίσω μου. Γυρίζω τρομαγμένα κι αντικρίζω την πραγματικότητα. Κάνω να τρέξω μα μου αρπάζει το χέρι και του κρεμάει μια βαριά αλυσίδα. Το αριστερό, το χέρι της καρδιάς. Πού πήγε το βραχιόλι μου και τι γυρεύουν τ’ αρχικά μας μες στη λάσπη;

Την κοιτάζω. Μελαγχολώ. Μου κλείνει πρόστυχα το μάτι καθώς μου λέει:”Να δεις που θα τα βρούμε οι δυο μας.” και μου καρφώνει στα μαλλιά ένα κομμάτι βρώμικο ουρανό.

Το σκοινί.

•Φεβρουαρίου 24, 2007 • Γράψτε ένα σχόλιο

.

image2.jpg

Σήμερα είναι αποφασισμένη να τα καταφέρει.
Ντύνεται βιαστικά.
Δεν κάνει καμία στενάχωρη σκέψη.
Για την ακρίβεια, προσπαθεί να μην κάνει καμία σκέψη.
Εκείνο είναι κρεμασμένο όπως πάντα στη θέση του.
Παρατηρεί τον αγώνα της προσποιητά αδιάφορο.
Μαζεύει το περιεχόμενο της τσάντας της.
Κοιτάζει έξω από το παράθυρο και ζυγίζει τον καιρό.
Σκέφτεται ότι θα το χρειαστεί οπωσδήποτε.
Για ένα λεπτό έχει την τρελή ιδέα να μην το πάρει καθόλου μαζί της.
Για ένα λεπτό μόνο.
Δεν είναι όμως λογικό, φρόνιμο και κάτι άλλο που διαρκώς της διαφεύγει.
Ίσως φυσιολογικό.
Επιθεωρεί τον χώρο για μια φορά ακόμη.
Όλα είναι στη θέση τους.
Τους υπόσχεται πως αυτή τη φορά θα τα καταφέρει.
Το αρπάζει βιαστικά και ανοίγει την πόρτα.
Το φοράει στο διάδρομο.
Κατεβαίνει από τις σκάλες.
Βγαίνει στο δρόμο κι ευγνωμονεί τον κρύο αέρα.
Την ξυπνάει.
Της θυμίζει ότι είναι τυχερή που περπατάει
κι ας μην είχε ποτέ πρόβλημα με τα πόδια της.
Ασυναίσθητα κάνει μία κίνηση.
Αγγίζει το πρώτο κουμπί,
γλιστράν τα δάχτυλα στο δεύτερο
κι ύστερα στο τρίτο και στο τέταρτο.
Παραμένει ανοιχτό.
Έτσι, ανέμελα, άσκοπα, αφηρημένα.
Μη συγκροτημένα, ανοργάνωτα.
Μήπως του έχει δώσε υπερβολικές διαστάσεις του θέματος;
Συνεχίζει να περπατάει και πόσο την ενοχλεί
που αν τολμήσει να πει σ’ εκείνον εκεί τον περαστικό
πόσο χαρούμενη είναι που αναπνέει
θα κουνήσει με συγκατάβαση το κεφάλι του για την τρελή.
Δυσφορεί.
Βραδύνει κάπως το βήμα της.
Ασφυκτιά.
Το κουμπώνει.
Για χιλιοστή φορά δεν τα κατάφερε.
Το κούμπωσε.
Σαν να εκδικείται την ίδια, τον περαστικό, τους πάντες.
Τους κλείνει απέξω.
Όλους μαζί και τον εαυτό της που δείλιασε.
Κουμπωμένο παλτό ξανά.
Ως επάνω.
Το κασκόλ που τόση ώρα κρατούσε στα χέρια
παίρνει τη θέση του στο λαιμό της.
Και το δένει περίεργα, σαν θηλιά.

Αφιερωμένο στα πεσμένα φύλλα.

•Φεβρουαρίου 23, 2007 • 2 σχόλια

winter1.jpg

Ζωγραφισμένο και αφιερωμένο σε όλα τα πεσμένα φύλλα, με συμπάθεια και συμπόνια για τις στιγμές που χτυπάνε το έδαφος, δίχως κάποιο χέρι να απλωθεί προς το μέρος τους. Σε όλα τα φύλλα που παρατηρούν εκείνα που πέφτουν, και νοιώθουν ευγνωμοσύνη γιατι ακομα βρίσκονται στα κλαδιά τους. Με συμπάθεια και συμπόνια για την στιγμη που ο αέρας θα τα πάρει και αυτά μακριά.

Σε οσους μελαγχολούν και σκέφτονται κάποια παλιά αγάπη σήμερα, μια παρασκευή ενός Φεβρουαρίου ανάμεσα σε τοσες άλλες παρασκευές. Γιατι ένα δάκρυ δεν θα γράψει ποτε ιστορία. Γιατι παρατηρούμε και θαυμάζουμε πάντα τα φυλλα στα δέντρα και ποτε τα πεσμένα, επάνω στα οποία πατάμε. Αφιερωμένο στα πεσμένα φύλλα λοιπόν. Όσοι βγείτε απόψε, πιείτε μια γουλιά στο όνομα τους.

Ήταν κάποτε ένας άνθρωπος που δεν μπορούσε να πει τη λέξη “αγάπη”.

•Φεβρουαρίου 21, 2007 • 4 σχόλια

.

arkoudaki3.jpg.

Ήταν κάποτε ένας άνθρωπος που δεν μπορούσε να πει τη λέξη “αγάπη”.  

Όχι ότι δεν έκανε “πράξεις αγάπης”. Τη λέξη “αγάπη” δεν μπορούσε να ξεστομίσει μα ούτε και τα παράγωγά της για να λέμε την αλήθεια. Μόνο να τη γράφει μπορούσε. Και έγραφε πολύ. Έγραφε μέρες και νύχτες. Έπειτα, πήγαινε και κάρφωνε τις λέξεις του στα πιο απίθανα σημεία της πόλης:μέσα στους βρώμικους υπονόμους, κάτω από ετοιμόρροπες γέφυρες, πάνω σε κατεδαφισμένα σπίτια…  

Εκεί πολλές φορές βρέθηκε η λέξη “αγάπη”, γραμμένη πάντα με μαύρο και σαν να κατηφόριζαν τα γράμματά της έτσι όπως ήταν βαλμένα άτακτα το ένα δίπλα στ’ άλλο. Θαρρείς και ξέφευγε η “αγάπη” κι έπεφτε από το δεύτερο άλφα της και μετά.Αυτό, εθεωρήθη κάπως ανάρμοστο.

Αυτό και το μαύρο χρώμα. Πού ακούστηκε να γράφεται η “αγάπη” ,με μαύρο χρώμα; Έγινε σούσουρο στην γκρίζα πολιτεία Ποιος ήταν αυτός που τόλμησε να προσβάλει την αγάπη του για την αγάπη με τις πράξεις του;

Στο δικαστήριο που μαζεύτηκε όλη η πόλη, είπαν όλοι πολλές φορές την λέξη “αγάπη” δια το πιστόν. Πρώτα ένας ένας κι εν συνεχεία όλοι μαζί, δυνατά και καθαρά, κοιτάζοντας στα μάτια τον ένοχο. Εκείνος όμως στάθηκε αμετανόητος. Δεν την ξεστόμισε ούτε για μια φορά.Οι δικαστές φοβήθηκαν πως η δίκη θα έπαιρνε εις μάκρος.Του απεδόθη το ακαταλόγιστο και αφέθη ελεύθερος υπό όρους περιοριστικούς: θα παρακολουθούσε μαθήματα “πράξεων αγάπης προς τον συνάνθρωπο” τα οποία προέβλεπε ένα πρωτοποριακό κοινοτικό πρόγραμμα.

Πήγαινε τακτικά στα μαθήματα αυτά, σάμπως μπορούσε να κάνει κι αλλιώς; Ωστόσο δεν μιλούσε ποτέ. Μόνο άκουγε και πού και πού χαμογελούσε με πίκρα, κάτι που οι συμπολίτες του έβρισκαν ιδιαζόντως ανάρμοστο.

Σε λίγο καιρό κουράστηκαν ν’ ασχολούνται με την περίπτωσή του. Απεφάνθησαν τελικώς πως ήταν ένας τρελός. Κι έτσι απέκτησε κι η πόλη τον τρελό της που δεν είχε. Γιατί, κάθε πόλη έχει ανάγκη από έναν τρελό ώστε να αποδεικνύει “την αδιασάλευτη κι επικρατούσα και ισχύουσα και ακλόνητη και απαρασάλευτη και ανώτερη και ανθρώπινη λογική της”.  

…Ήταν κάποτε ένας άνθρωπος που δεν μπορούσε να πει τη λέξη “αγάπη”.

Οι άλλοι άνθρωποι τον λέγανε δυνατά τρελό.

Εκείνος δεν τους είπε ποτέ υποκριτές γιατί σιγά σιγά έπαψε εντελώς να μιλάει.
Κάπου άκουσε πως τα πάντα είναι “θέμα οπτικής γωνίας” και χαμογέλασε. Απ’ το χαμόγελό του έσταξε μια στάλα πίκρα που κύλησε στο δρόμο και σχημάτισε με μαύρα γράμματα τη λέξη αγάπη.

Το πρωί που την είδαν οι κάτοικοι, ταράχτηκαν. Δεν καθάριζε με τίποτα. Απεφάνθησαν πως έπρεπε να ασφαλτώσουν εκ νέου. Έτσι η πόλη μας απέκτησε καινούργιους δρόμους.

Μια αφίσα παλιάς ταινίας, ένας πυρογραφος, ένα ντουλάπι, και μια προδιαγεγραμμένη έξωση.

•Φεβρουαρίου 20, 2007 • Γράψτε ένα σχόλιο

nouar.jpg

Πριν από λιγες μερες, όντας φοιτητής, είχα βγει σαν παιδί κι εγώ να πιω κρασάκι με μια φιλη. Η εν λογω φιλη τυχαίνει να μενει στο διαμέρισμα ακριβως πανω από αυτό που νοικιάζω εγω.

Τα ήπιαμε λοιπον, είπαμε τον πονο μας, γελασαμε. Εφτασε η ωρα 2 και ειπαμε να γυρισουμε νωρίς στα σπιτια μας. Εδώ να κάνω μια μικρή επισήμανση, επειδη δεν πίνω καθολου συχνα, όταν πιω λιγο κρασακι (κοινώς στο δεύτερο ποτήρι ή μπορεί και στο πρωτο) γίνομαι γιουχου. Ντιρλα. Ντεφι. Κουδούνι.

Θα μπορουσα να παραθεσω και αλλα μουσικα όργανα αλλα νομιζω το πιάσατε το νοημα. Εκεινη την νυχτα λοιπον, μολις η Δήμητρα μπήκε στο δικο της σπιτι και εγω στο δικο μου, ειδα τον πυρογραφο μου να μου κλείνει ύποπτα το ματι. Ειχα δει και μια αφισα στον δρομο που εμοιαζε πολύ με σκηνή από ταινια του 50… Τα αποτελεσματα τα βλεπετε εδώ, όπως σας τα παρουσιάζω, σε μικρογραφία.

Αυτό που δεν βλεπετε εδώ είναι το που ακριβως συνετελέστη το έγκλημα. Η εν λογω πυρογραφια λοιπον, είναι το ντουλάπι της κουζινας μου. ….ευτυχώς ο ιδιοκτήτης, ο κυριος γιωργος, λαβαίνει τα χρήματα του στο εξωτερικό (εχει να πατήσει ελλαδα αρκετα χρονια)… όμως μπορεί να διαβάζει blogs. Ευτυχώς εχω ανανεώσει πρόσφατα το διαβατήριο μου.

Υ.Γ. : επειδή εχω μαθει να πληρώνω τις ζημιες που προξενώ, ο κυριος Γιώργος –περα από το αστείο του πραγματος- θα πληροφορηθεί το ατυχές συμβάν από εμένα. Εχω να κανω ομως την παρακάτω δήλωση : Κυριε Γιώργο, αν το διαβάζετε αυτό, εσεις θα πάρετε τα λεφτά για την ζημιά, αλλά εγω θα κρατήσω το ντουλάπι!

 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.