Μια ψυχρή φθινοπωρινή βραδιά σε μια παραλία, ξημερώματα Σαββάτου, πρώτη μέρα του Οκτώβρη. Το πρώτο μας κανονικό ραντεβού, δεν είχα φανταστεί πως θα κατέληγε στην αμμουδιά ούτε πως θα διαρκούσε πάνω από 8 ώρες. Οχτώ ώρες ? Κόντευε να ξημερώσει, γιατί δεν την φιλάς επιτέλους ?
Αλλα κρύωνα. Έφταιγε λίγο η απουσία του ήλιου, το ανεμικό πουκάμισο που ανυποψίαστος φόρεσα… και εκείνη. Τόσο όμορφη.
Θυμάμαι τα πάντα με λεπτομέρειες. Το βλέμμα, το χαμόγελο της, το φιλί που τελικά μου έδωσε πρώτη.
«Μην μελαγχολείς, και σταμάτα να μελαγχολείς κι εμένα. Δείξε αδιαφορία, η ζωή πηγαίνει μπροστά. Δεν μπορώ να σε ακούω να λες τέτοια πράγματα.»
Απέναντι μου στεκόταν η καλύτερη μου φίλη, κι εγώ έκανα φιλότιμες προσπάθειες για να βγάλω κάτι από μέσα μου. Τι άραγε ? Το φιλί το χαμόγελο της ή το κρύο ?
«Δεν μελαγχολώ, απλώς αναρωτιέμαι, τελικά τι απέμεινε ?»
Η φίλη μου με κοίταξε, τώρα το έβλεπα καθαρά, την είχα μελαγχολήσει. Προσπαθούσα να νοιώσω καλύτερα αλλά ότι είχα καταφέρει, όλα όσα της έλεγα, την είχα κάνει να νοιώθει χειρότερα.
«Δεν ξέρω Χρήστο, μακάρι να ήξερα. Αν ήξερα θα ένοιωθες καλύτερα ?»
Με ξέρει. Γνωρίζει πως δεν έχω πέσει ποτέ να πεθάνω. Οι κρίσεις που περνάω είναι παροδικές. Κάποτε είχα κάνει ένα σκίτσο. Hταν ένας άνθρωπος χωρίς πρόσωπο. Καθόταν σε ένα παγκάκι στην πλατεία μιας πόλης χωρίς παράθυρα.
Όλα γύρω του ήταν γκρι. Εκείνος τυλιγμένος στο παλτό του σκυφτός περίμενε πότε θα νοιώσει καλύτερα. Ζωγράφισα πίσω του ένα λουλούδι. Ένα κόκκινο λουλούδι. Φίλε μου, σκέφτηκα, λυπάμαι που σε έβαλα να κάθεσαι σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Λυπάμαι που σε τύλιξα σε ένα παλτό και σε παρέδωσα σ’αυτή την άσκημη πλατεία, δίχως παράθυρα τριγύρω.
Όμως σου έχω την λύση. Είναι εδώ πίσω σου, και αρκεί να σηκωθείς από το παγκάκι σου, να γυρίσεις το βλέμμα για να την δεις.
«Το κρύο Χρήστο. Το κρύο απέμεινε.»
Γύρισα προς το μέρος της, ξυπνώντας απότομα από τις σκέψεις μου. Και γέλασα. Την καημένη, πως τα κατάφερα να την στεναχωρήσω ? Το μόνο που ήθελα ήταν να βγάλω κάτι από μέσα μου. Το φιλί το χαμόγελο το κρύο. Πόσο λάθος σκέφτομαι όταν νοιώθω πληγωμένος.
«Όχι κάνεις λάθος. Δεν φταις εσύ όμως γι αυτό. Εγώ φταίω. Βλέπεις, δεν έκανε κρύο. Ήταν μια ζεστή, πολύ ζεστή φθινοπωρινή βραδιά.»




